Αχ ρε μάνα…
[...]Μάνα, σ’ εσένα το λέω, μαμά, που μου κάκιωνες τόσα χρόνια που είμαι μια αποτυχημένη, που η τάδε μπήκε στην εθνική σχολή δημόσιας διοίκησης και η δείξε αλλού, με τα κουμπαριά και τα κωλογλειψίματα στους βουλευτές, κι εγώ έφυγα από το τραίνο των ετών 29 με τη φοιτητική μου τσάντα, με τις υποτροφίες μου που πήρα…
-μόνη μου, ρε μάνα, χωρίς βύσμα, ρε μάνα, κι ας είχα ανθρώπους να με βοηθήσουν, δεν είναι ψωροπερηφάνια, μάνα, δεν ήταν για να πάω με τον σταυρό στο χέρι ρε μάνα, δεν έχω σταυρό ούτε θεό, το έκανα για να μην είμαι κι εγώ ένας από αυτούς που θα έσπρωχναν το σταυρό στο κ*** μας, ρε μάνα – για ένα από τα πανεπιστήμια που υπάρχουν στην πανεπιστημιακή σφαίρα του μύθου, για να έρθω εδώ και να με εμπαίζει η κάθε τυχάρπαστη στις διευθύνσεις εκπαίδευσης όταν ρωτάω τι μισθό θα έχω για να ξέρω τι τρύπα θα μπορώ να πληρώσω για να μείνω.
Και σου το ‘χα πει, ρε μάνα, γ*** τις κωλο-επιδοτήσεις για τα κτήματα, έλα να τα δουλεύουμε, όπως τότε τα καλοκαίρια, που δουλεύαμε πότε στα δικά μας χτήματα πότε στου γείτονα και κουραζόμασταν αλλά γελούσαμε και κουραζόμασταν αλλά τραγουδούσαμε και πηγαίναμε τα κεράσια στο εργοστάσιο στον Πειραιά και μου έδινε ο κύριος που έφτιαχνε τα γλυκά ολόκληρες σακούλες με βαζάκια από βανίλιες και μαστίχες και γλυκό βύσσινο.
Σου το ‘χα πει. Και μάνα, είναι κι αυτό μια κάποια ηθική δικαίωση να το λέω σε σένα και στη γενιά σου που μας έφεραν εδώ, που βέβαια δεν εξαργυρώνεται ούτε σε φαΐ ούτε σε ευρώ: Μάνα στα ‘λεγα, δε στα ‘λεγα;
Από Σχόλιο σε άρθρο του Φώτη Γεωργελέ στο athensvoice.gr
