Archive

Archive for the ‘Ιστορία’ Category

Cyanometer: ένα όργανο 225 χρόνων για τη μέτρηση του μπλε του ουρανού

Δευτέρα, 19, Μαΐου, 2014 1 Σχολιο


Στην φωτογραφία βλέπουμε ένα όργανο του 18ου αιώνα που σχεδιάστηκε για να μετράει το μπλε του ουρανού και ονομάζεται «Cyanometer» (από τα ελληνικά κυανός και μέτρον). Η απλή αυτή συσκευή ανακαλύφτηκε το 1789 από τον Ελβετό γιατρό Horace-Bénédict de Saussure και τον Γερμανό φυσιοδίφη Alexander von Humboldt οι οποίοι χρησιμοποιούσαν την κυκλική διάταξη 53 σκιασμένων τμημάτων σε πειράματα στον ουρανό της Γενεύης, του Chamonix και του Λευκού Όρους (Mont Blanc) στις Δυτικές Άλπεις. 

Το Cyanometer βοήθησε στο να βγει το συμπέρασμα ότι το μπλε του ουρανού είναι μέτρο διαφάνειας που προκαλείται από την ποσότητα των υδρατμών στην ατμόσφαιρα.

Διαβάστε περισσότερα στο Royal Society of Chemistry (αγγλικά).

Πηγή: Ξωτικό

Αρχική

– Περιπλανώμενος: Cyanometer: ένα όργανο 225 χρόνων για τη μέτρηση του μπλε του ουρανού 

Κατηγορίες:Ιστορία, Τεχνολογία Ετικέτες:

Αρχαία ρωμαϊκά μυστικά φέρνουν επανάσταση σήμερα

Παρασκευή, 14, Μαρτίου, 2014 Σχολιάστε

Ένα αρχαίο ρωμαϊκό κύπελλο, που φαίνεται να αλλάζει χρώματα με μαγικό τρόπο, και τα κτίσματα των αρχαίων Ρωμαίων, που ακόμα στέκονται περήφανα, στο πέρασμα των χρόνων, αποδεικνύουν ότι έχουμε πολλά να μάθουμε από τους προγόνους μας και ανοίγουν τον δρόμο για επιστημονική πρόοδο.

Προηγμένη συσκευή ανίχνευσης του DNA και πιο ανθεκτικά κτίρια είναι πιθανόν να γίνουν πραγματικότητα, χάρη στις γνώσεις από το παρελθόν.
Συχνά, σκεφτόμαστε τους προγόνους μας σαν τεχνολογικά υπανάπτυκτους ανθρώπους, οι οποίοι ζούσαν τυφλωμένοι από τις προκαταλήψεις τους και χωρίς να έχουν στα χέρια τους τα μέσα και τις απαντήσεις που έχουμε εμείς, σήμερα.
Και ενώ, σίγουρα, ζούμε σε μια εποχή εκπληκτικών τεχνολογικών επιτευγμάτων, δεν είναι κατ’ ανάγκην αλήθεια ότι όλες οι καινοτομίες μας είναι… καινοτομίες.

Οι αρχαίοι πρόγονοί μας είχαν, ακριβώς, την ίδια θέληση για πρόοδο και ανακαλύψεις με εμάς. Και καθώς οι αρχαιολόγοι φέρνουν στο φως όλο και περισσότερα για το παρελθόν μας, μαθαίνουν, επίσης, ότι πολλές τεχνολογίες που εμείς θεωρούμε δεδομένες, ίσως και να αναπτύχθηκαν εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια πριν, μόνο και μόνο για να χαθούν, κάπου στο πέρασμα του χρόνου.

Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι η πλαστική χειρουργική. Είναι μία σχετικά νέα τεχνολογία, σωστά; Λάθος. Η πλαστική χειρουργική φαίνεται ότι ασκούνταν στην Ινδία, από το 800 π.Χ.. Παρόλα αυτά, δεν είχε “επινοηθεί” στην Ευρώπη, μέχρι τον 18ο αιώνα, όταν Βρετανοί γιατροί έμαθαν για αυτή, στην Ινδία.
Αλλά και κάποιες πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν ότι τα μαθήματα που έχουμε να πάρουμε από τους αρχαίους δεν έχουν τελειώσει.

Συγκεκριμένα, οι αρχαίοι Ρωμαίοι φαίνεται ότι έχουν τη δυνατότητα να ταρακουνήσουν κάποιους από τους κυριότερους τομείς της σημερινής βιομηχανίας, εκατοντάδες χρόνια μετά την πτώση της αυτοκρατορίας τους. Δύο ευρήματα της εποχής τους, αποτελούν τη βάση και τον οδηγό για την επίτευξη σημαντικής επιστημονικής προόδου.

Το Κύπελλο του Λυκούργου

Το πρώτο από τα δύο ευρήματα είναι ιδιαίτερα εκπληκτικό. Ένα δισκοπότηρο, ηλικίας 1600 ετών, γνωστό ως Κύπελλο του Λυκούργου, το οποίο έχει αποδειχθεί ότι είναι κάτι περισσότερο από ένα εντυπωσιακό έργο τέχνης. Είναι, επίσης, ένα υπαρκτό παράδειγμα μίας από τις πρώτες μορφές νανοτεχνολογίας.
Το κύπελλο παρέμενε μυστήριο, για αιώνες, αφού αλλάζει χρώμα (από πράσινο σε κόκκινο), ανάλογα με την οπτική γωνία που το κοιτάζει κανείς.

Μόλις τη δεκαετία του 1990, εξακριβώθηκε ο τρόπος δημιουργίας του. Όπως αποδεικνύεται, το γυαλί κατασκευής του δισκοπότηρου είναι εμποτισμένο με σωματίδια αργύρου και χρυσού, τα οποία έχουν διάμετρο 50 νανομέτρων.
Για εκείνους που θα σπεύσουν να αποδώσουν τις ιδιότητες του δισκοπότηρου στην τύχη, να σημειώσουμε ότι η συγκεκριμένη τεχνική – που έδωσε στο γυαλί την ικανότητα να αλλάζει χρώμα – ήταν σίγουρα γνωστή στους αρχαίους Ρωμαίους, αφού και άλλα, παρόμοια κύπελλα έχουν βρεθεί.

Θα μπορούσε, μάλιστα, να φέρει τώρα επανάσταση στη φαρμακευτική βιομηχανία, αφού, με βάση αυτή, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Ιλινόις ανέπτυξαν, μόλις πέρυσι, μία συσκευή που τους επιτρέπει να ανιχνεύουν DNA και πρωτεΐνες, χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως χημική τροποποίησή τους.
Μείωσαν, έτσι, το κόστος και περιόρισαν τα σφάλματα που μπορεί να προκύψουν από μία τέτοια διαδικασία.

Η ομάδα εκτιμά ότι η συσκευή έχει εκατό φορές καλύτερη ευαισθησία, σε σχέση με οποιοδήποτε παρόμοιο προϊόν.
Με δημοσίευση στο επιστημονικό περιοδικό Advanced Optical Materials, η ερευνητική ομάδα υποστηρίζει ότι οραματίζεται “την ευρεία χρήση της συσκευής, για μικροσυστοιχίες DNA, θεραπευτική διαλογή αντισωμάτων, ανακάλυψη φαρμάκων και την παροχή μίας φθηνής και πιο ευαίσθητης εναλλακτικής στα υπάρχοντα όργανα επιφανειακού πλασμονικού συντονισμού”.

Σκυρόδεμα ρωμαϊκό, αλλά και ρωμαλέο

Φαίνεται, όμως, ότι οι αρχαίοι Ρωμαίοι δεν έχουν λύσεις μόνο για τον τομέα της ιατρικής. Σύντομα, ίσως ζούμε, εργαζόμαστε και κυκλοφορούμε, σε κτίρια και δρόμους, χτισμένα με τα ίδια υλικά που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι όταν έφτιαχναν το Πάνθεον. Υλικά, τα οποία, μάλιστα, παράγουν λιγότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, κατά τη δημιουργία τους.

Το παραπάνω ενδεχόμενο, ίσως γίνει πραγματικότητα, χάρη στο έργο μίας ερευνητικής ομάδας του Πανεπιστημίου Berkeley της Καλιφόρνια, η οποία έχει μελετήσει τους λόγους που το ρωμαϊκό σκυρόδεμα κατάφερε να αντέξει περισσότερα από 200 χρόνια, υπό τις ίδιες συνθήκες που προκαλούν την αποικοδόμηση του δικού μας σε χρονικό διάστημα 50 ετών. Ιδιαίτερα, κάτω από το νερό.
Το σκυρόδεμα των Ρωμαίων έχει παραμείνει συμπαγές και καλά ενοποιημένο, για 200 χρόνια, σε επιθετικά θαλάσσια περιβάλλοντα”, δήλωσε η ερευνήτρια Marie Jackson, σε ένα δελτίο τύπου. “Είναι ένα από τα πιο ανθεκτικά δομικά υλικά στον πλανήτη και δεν είναι τυχαίο”.

Το Πάνθεον, στη Ρώμη, ένας επιβλητικός ναός, αφιερωμένος στους Ολύμπιους Θεούς

Πράγματι, αυτό προκύπτει από τη χημική ανάλυση του ρωμαϊκού σκυροδέματος, που δημοσίευσε η ομάδα, στο περιοδικό Journal of the American Ceramic Society. Το κλειδί στην ανθεκτικότητα του ρωμαϊκού μπετόν ήταν η ανάμειξη ασβέστη και ηφαιστειακής τέφρας, η οποία παράγει ένα σκυρόδεμα που περιλαμβάνει αλουμίνιο – κάτι που δεν απαντάται στα σύγχρονα τσιμέντα.

Αυτό σημαίνει λιγότερος ασβεστόλιθος στο τσιμέντο και χαμηλότερες θερμοκρασίες στη δημιουργία του σκυροδέματος. Έτσι, η χρήση ρωμαϊκού τσιμέντου δίνει ένα πιο ανθεκτικό υλικό, που μπορεί να παραχθεί με λιγότερα καύσιμα και σε λιγότερο χρόνο.

Ξεχνάμε, πολλές φορές, ότι κάποια από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε είναι τόσο παλιά όσο η ίδια η ιστορία μας. Καθώς ψάχνουμε καινοτόμους τρόπους να τους δώσουμε λύσεις, δεν θα ήταν λάθος να παραβλέψουμε το παρελθόν;
Ίσως, αν κοιτάξουμε λίγο προς τα πίσω και όσα έχουν κάνει οι πρόγονοί μας, να εμπνευστούμε από το έργο τους. Μπορεί, ακόμη και να βρούμε στο χθες ό,τι αναζητούμε στο σήμερα.

Θεόδουλος Γεωργιάδης pathfinder

Αρχική

– Περιπλανώμενος: Αρχαία ρωμαϊκά μυστικά φέρνουν επανάσταση σήμερα

Κατηγορίες:Ιστορία, Τεχνολογία

Αλκυονίδες μέρες: Το αρχαίο ελληνικό δράμα ως μετεωρολογικό δελτίο

Τετάρτη, 12, Μαρτίου, 2014 1 Σχολιο

Μελέτη αρχαίων κειμένων υποδεικνύει ότι οι αλκυονίδες ημέρες είναι ένα σταθερό φαινόμενο
Οι χειμωνιάτικες παραστάσεις στο Θέατρο του Διονύσου πρέπει συνέπεφταν με τις αλκυονίδες μέρες

Τα έργα των αρχαίων δραματουργών φαίνεται ότι μπορούν να προσφέρουν στοιχεία για το αρχαίο κλίμα: Η μελέτη 43 έργων που παίζονταν στα ελληνικά θέατρα κατά τον Χρυσό Αιώνα του Περικλή υποδεικνύει ότι οι περίφημες αλκυονίδες μέρες είναι ένα σταθερό μετεωρολογικό φαινόμενο που χάριζε και τότε λίγη λιακάδα στη χειμωνιάτικη Αθήνα.

Θεατρικές αλκυονίδες

Έλληνες ερευνητές ήταν περίεργοι να μάθουν κάτω από ποιες καιρικές συνθήκες παίζονταν οι θεατρικές παραστάσεις στα Λήναια, μια γιορτή προς τιμήν του Διονύσου που λάμβανε χώρα στην Αθήνα κατά τον μήνα Γαμηλιώνα του αττικού ημερολογίου, από τις 15 Ιανουαρίου έως τις 15 Φεβρουαρίου.

Στη διάρκεια των Ληναίων δίνονταν παραστάσεις στο Θέατρο του Διονύσου κάτω από την Ακρόπολη, ένδειξη ότι ο καιρός πρέπει να ήταν καλός αυτές τις μέρες του καταχείμωνου.

Για να επιβεβαιώσουν τις υποψίες τους ότι τα Λήναια έπεφταν σε μέρες καλοκαιρίας, τις αλκυονίδες μέρες, η Χριστίνα Μαυροπούλου του Εθνικού και Καποδιστρειακού Πανεπιστημίου Αθηνών και ο Αναστάσιος Μαυρίδης του Παντείου αναζήτησαν αναφορές για τις καιρικές συνθήκες σε 43 έργα του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη και του Αριστοφάνη από τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ.

Τα έργα περιείχαν συνολικά επτά αναφορές για ηλιόλουστες μέρες μέσα στο καταχείμωνο, αναφέρουν οι ερευνητές στην επιθεώρηση Weather.

«Οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, ειδικά αυτές που παρουσιάζονταν στα Λήναια, συχνά αναφέρονται στις αλκυονίδες μέρες» γράφουν οι ερευνητές.

Η τιμωρία του Δία

Στην αρχαιοελληνική μυθολογία, η θεά Αλκυόνη, κόρη του Αίολου, προσέβαλε τον Δία, ο οποίος για να την τιμωρήσει τη μετέτρεψε σε πτηνό που μπορούσε να γεννά τα αβγά του μόνο τοn χειμώνα. Αργότερα όμως υποχώρησε στα παρακάλια της και της προσέφερε δύο εβδομάδες καλοκαιρίας το χειμώνα για να τη βοηθήσει στο φώλιασμα.

Η αλκυόνη, πανέμορφο μεταναστευτικό θαλασσοπούλι, περνά το χειμώνα στην Ελλάδα και φωλιάζει σε αμμώδεις ή θαμνώδεις πλαγιές κοντά στη θάλασσα ή σε ποτάμια.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι η καλοκαιρία δεν οφείλεται σε παιχνίδια των θεών αλλά σε στάσιμα συστήματα υψηλής ατμοσφαιρικής πίεσης. Οι αλκυονίδες μέρες, γράφουν οι ερευνητές, παρατηρούνται στη νοτιοανατολική Ευρώπη, και ειδικά στην Ελλάδα και την Αττική, ανάμεσα στις 15 Δεκεμβρίου και τις 15 Φεβρουαρίου, πιο συχνά όμως ανάμεσα στις 15 και τις 31 Ιανουαρίου.

Σταθερό φαινόμενο

Δεδομένου ότι ο μύθος είναι αρχαίος, οι αλκυονίδες μέρες προφανώς υπήρχαν και στην αρχαιότητα. Η τελευταία μελέτη όμως υποδεικνύει ότι ήταν ένα σχετικά σταθερό μετεωρολογικό φαινόμενο που συνέβαινε «σχεδόν κάθε χρόνο» κατά τον 5ο και πιθανώς και τον 4ο αιώνα π.Χ.

Το συμπέρασμα δεν βασίζεται μόνο στην ανάλυση των αρχαίων κειμένων αλλά και σε εικονογραφήσεις αγγείων και άλλα αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία δείχνουν για παράδειγμα ότι οι Αθηναίοι φορούσαν μάλλον ελαφρές ενδυμασίες στη διάρκεια των Λήναιων.

Τότε όπως και τώρα, οι Αθηναίοι έχουν να ευχαριστήσουν την αλκυόνη για αυτή την ευχάριστη μετεωρολογική παράδοση.

Βαγγέλης Πρατικάκης tovima.gr

Αρχική

– Περιπλανώμενος: Αλκυονίδες μέρες: Το αρχαίο ελληνικό δράμα ως μετεωρολογικό δελτίο

Η ιστορία του χαρταετού

Δευτέρα, 3, Μαρτίου, 2014 Σχολιάστε

Στην αρχαιότητα, 4ο αιώνα π.Χ., ο μαθηματικός και αρχιμηχανικός Αρχύτας (440-360 π.Χ.), από τον Τάραντα της Νότιας Ιταλίας, καλός φίλος του Πλάτωνα και οπαδός του Πυθαγόρα, χρησιμοποίησε στην αεροδυναμική του τον χαρταετό και λέγεται ότι ήταν ο εφευρέτης του.

Ο Αρχύτας θεωρείται ο τελευταίος αλλά και ο σημαντικότερος των Πυθαγορείων. Κείμενα του Αρχύτα λένε ότι μελέτησε και ο Γαλιλαίος.

Ο χαρταετός φαίνεται να άνοιξε για πρώτη φορά τα πολύχρωμα εύθραυστα φτερά του περίπου στα 1000 π. Χ., και έκτοτε δεν έπαψε να χρωματίζει με του ξεχωριστό τρόπο τον ουράνιο θόλο, από την Ανατολή έως τη Δύση. Από την Κίνα, φτιαγμένος από μετάξι και μπαμπού, με τη μορφή του δράκου που ήταν ιερό, θεϊκό σύμβολο, αντικείμενο θαυμασμού και λατρείας για τον λαό, πέταξε μακριά.

Πέταξε στην Κορέα κι από εκεί στην Ινδονησία και τη Μαλαισία, για να φτάσει στην Ιαπωνία, όπου εμπλουτίστηκε με περισσότερο έντονα χρώματα και πήρε τη μορφή των αυστηρών Σαμουράι. Στη Βόρεια Ινδία, εδώ και χιλιάδες χρόνια, οι αιθέριοι χορευτές υποδέχονται την άνοιξη, σε γιορτές που έχουν τις ρίζες τους στην ινδουιστική μυθολογία.

Τον 4ο π.Χ. αι., στην αρχαία Ελλάδα, σύμφωνα με τις πηγές, ο αρχιμηχανικός Αρχύτας του Τάραντος χρησιμοποίησε στην αεροδυναμική του τον αϊτό.

Παλαιότερη αναφορά θα μπορούσε να θεωρηθεί η απεικόνιση σε Ελληνικό αγγείο της κλασικής περιόδου μιας κόρης που κρατά στα χέρια της λευκή σαΐτα δεμένη με νήμα, ένα είδος αϊτού δηλαδή, και την οποία ετοιμάζεται να πετάξει.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρήση του χαρτιού δεν ήταν ακόμη γνωστή, εικάζουμε ότι τα χρόνια εκείνα, τα όποια πειράματα ή παιχνίδια με αϊτούς θα πρέπει να τα έκαναν με πανί, αντίστοιχο με αυτό που χρησιμοποιούσαν στα πλοία έως και τα μεσαιωνικά χρόνια.
Πολύ αργότερα, ο Μάρκο Πόλο, γυρίζοντας από τα ταξίδια του, φέρνει το χαρταετό στη Μεσαιωνική Ευρώπη.

O χαρακτήρας του εξαγνισμού, τον οποίο πολλοί απέδιδαν στο πέταγμα του χαρταετού, με τον καιρό γίνεται απολαυστικό παιχνίδι, επιστημονική έμπνευση και πηγή μιας διαρκούς ικανοποίησης του ανθρώπου για την υποταγή της ύλης στα πιο ευφάνταστα και τολμηρά του όνειρα.

Ο χαρταετός, στη μακραίωνη ιστορία του, χρησιμοποιήθηκε ποικιλοτρόπως: για τη μέτρηση της Θερμοκρασίας και της ταχύτητας των ανέμων, για μελέτες της ατμόσφαιρας και του ηλεκτρισμού, αλλά ακόμα και για αεροφωτογραφίσεις. Έσωσε ναυαγούς, έστειλε στρατιωτικά σήματα, κίνησε κάρα, ακόμα και αυτοκίνητα.

Στην ιστορική διαδρομή του αγαπημένου χαρταετού, συνέβησαν πολλά και διάφορα:

• Το 1749 ο Σκωτσέζος μετεωρολόγος Alexander χρησιμοποίησε ,χαρταετούς με θερμόμετρα προκειμένου να καταγράψει και να μελετήσει τις θερμοκρασιακές μεταβολές σε μεγάλο υψόμετρο.
• Το 1752 ο Βενιαμίν Φραγκλίνος εκτέλεσε το διάσημο πείραμα με τον χαρταετό, προκειμένου να αποδείξει ότι οι αστραπές δεν είναι τίποτα άλλο παρά στατικός ηλεκτρισμός.
Τα χρόνια 1799-1809, ο σερ George Cayley άρχισε να πειραματίζεται με τους χαρταετούς, προκειμένου να κατασκευάσει μια μηχανή που να έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει ανθρώπους στον αέρα. Και τα κατάφερε! Το 1853 πέτυχε να πετάξει το πρώτο ανεμοπλάνο, που μπόρεσε να σηκώσει το βάρος ενός ατόμου για σαράντα ολόκληρα δευτερόλεπτα.
• Το 1833 ένας Βρετανός, αυτή τη φορά, μετεωρολόγος, χρησιμοποίησε τους χαρταετούς για να ανυψώνει ανεμόμετρα, ώστε να καταγράφει και να μελετά τις ταχύτητες των ανέμων στα διάφορα υψόμετρα.
• Το 1887 ο Ε. Β. Archibald τράβηξε τις πρώτες αεροφωτογραφίες χρησιμοποιώντας χαρταετούς

Ιστορίες για χαρταετούς…

– Κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Χαν, ένας στρατηγός χρησιμοποίησε έναν χαρταετό μ’ έναν ιδιαίτερα έξυπνο και ενδιαφέροντα τρόπο. Προκειμένου να καταλάβει με τον στρατό του ένα παλάτι, έπρεπε να σκάψει ένα υπόγειο τούνελ. Μη γνωρίζοντας, όμως, το μήκος που θα έπρεπε να έχει το τούνελ, πέταξε τον χαρταετό έως πάνω από το παλάτι, κρατώντας την άκρη του νήματος στο σημείο απ όπου Θα ξεκινούσε το τούνελ, και έτσι έκανε τους απαραίτητους σχετικούς υπολογισμούς.
-Παλαιότερα, στην Κίνα, στην Κορέα και στην Ιαπωνία, πίστευαν ότι οι χαρταετοί είχαν τη δυνατότητα να διώχνουν τα κακά πνεύματα, γι’ αυτό και το πέταγμά τους, ακόμη και σήμερα, προϋποθέτει ολόκληρη τελετουργία. Σύμφωνα με κάποια παράδοση μάλιστα, μια νύχτα ένας Ιάπωνας στρατηγός πέταξε πάνω από το στρατόπεδο των εχθρών του έναν χαρταετό γεμάτο κουδούνια, με αποτέλεσμα οι εχθροί να νομίσουν ότι τους επιτέθηκαν τα κακά πνεύματα και να το βάλουν στα πόδια.
– 0 αυτοκράτορας της Κίνας Γουέν Χσουν έκανε πειράματα πτήσεων με αετούς φτιαγμένους από μπαμπού, χρησιμοποιώντας για επιβάτες τους κρατούμενούς του. Οι τυχεροί που επιζούσαν κέρδιζαν την ελευθερία τους.
– 0 Μάρκο Πόλο περιγράφει τους χαρταετούς και τις επικίνδυνες επανδρωμένες πτήσεις τους. Πολύ γρήγορα, στην Ιαπωνία απαγορεύτηκαν οι χαρταετοί πάνω από ένα μέγεθος, ώστε να αποφεύγονται τα επανδρωμένα μοντέλα και οι κίνδυνοι που συνεπάγονταν.

Οι χαρταετοί και χώρες…

Σε κάθε χώρα, το πέταγμα του χαρταετού παίρνει μια εντελώς διαφορετική διάσταση, καθώς με διάφορους τρόπους, συσχετίζεται με τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα του τόπου.

Πάντως, είτε ως παιχνίδι και συνήθεια του χθες είτε ως παιχνίδι του σήμερα μα και του αύριο, το πέταγμα του χαρταετού έχει τη δύναμη, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους του έτους για κάθε χώρα, να ξεσηκώνει σε όλο τον κόσμο μικρούς και μεγάλους και να τους παρασύρει σ’ ένα διαφορετικό, αλλά πάντοτε πολύχρωμο πανηγύρι χαράς.

Για παράδειγμα, στην Κίνα διοργανώνονται κάθε χρόνο διαγωνισμοί για την ανάδειξη του πιοόμορφου χαρταετού• οι περισσότεροι από τους χαρταετούς αυτούς, όχι μόνο αναπαριστούν δράκους, ψάρια, πουλιά και άλλα αιώνια σύμβολα της μακρινής Ανατολής, αλλά συχνά έχουν ενσωματωμένες σφυρίχτρες ή σωλήνες που μπορούν να βγάζουν μουσικούς ήχους χάρη στον αέρα που περνά από μέσα τους, δημιουργώντας έτσι ένα μαγευτικό υπερθέαμα εικόνας και ήχου.

Στην Οσάκα της Ιαπωνίας, κάθε χρόνο, την Πέμπτη ημέρα του Μαΐου, οι μικροί Ιάπωνες περιμένουν με αγωνία το Κοντομόνο—χι ή αλλιώς τη Μέρα των Παιδιών.
Εκείνη την ημέρα, οι οικογένειες που έχουν μικρούς γιους συνηθίζουν να ανεμίζουν στον κήπο πολύχρωμες κορδέλες και πελώριους χαρταετούς σε σχήμα κυπρίνου, που τους έχουν δέσει σ’ ένα μεγάλο στύλο από μπαμπού μ’ έναν ανεμόμυλο στην κορυφή του.

Οι γιρλάντες και οι χαρταετοί-κυπρίνοι συμβολίζουν την οικογένεια: ο πρώτος χαρταετός τον πατέρα, ο δεύτερος τη μητέρα και ο τρίτος το παιδί-γιο. 0 κυπρίνος είναι ένα δυνατό και γερό ψάρι, γνωστό για την ενεργητικότητα και την αποφασιστικότητά του, καθώς κολυμπάει κόντρα στο ρεύμα και πετάγεται ψηλά πάνω από την επιφάνεια του νερού.

Έτσι, ο κυπρίνος αποτελεί ένα καλό παράδειγμα για τους μικρούς Ιάπωνες, που πρέπει να μάθουν και εκείνοι να ξεπερνούν κάθε εμπόδιο της ζωής με δύναμη και αποφασιστικότητα.

Ωστόσο, μια από τις πιο εντυπωσιακές γιορτές των αιθέριων αιώνιων χορευτών πραγματοποιείται εδώ και χιλιάδες χρόνια στη Βόρεια Ινδία και παίρνει μοναδικές διαστάσεις στη γιορτή “Basant” η γιορτή γίνεται για την υποδοχή της άνοιξης κάθε Φεβρουάριο στη Λαχώρη στο σημερινό Πακιστάν και αντανακλά παγανιστικές συνήθειες του παρελθόντος. Πρόκειται για ένα ξέφρενο γλέντι, το οποίο προσμένουν με μεγάλη ανυπομονησία μικροί και μεγάλοι.

Σε αυτή τη γιορτή, όλοι λαχταρούν να κατακτήσουν με τον χαρταετό τους τον ουρανό, πράγμα που θα τους εξασφαλίσει η χρήση των πιο καλών υλικών, και ιδιαίτερα του ανθεκτικότερου σπάγγου, ο οποίος επικαλύπτεται με σκόνη γυαλιού. Μαζί με τα υλικά, αυτό που καθορίζει τη νίκη είναι η έξυπνη άμυνα, οι δυναμικές επιθέσεις και οι επιδέξιοι χειρισμοί που γίνονται κυρίως από τις ταράτσες των σπιτιών.

Η ομορφιά που προσφέρουν την ημέρα οι εκατομμύρια πολύχρωμοι χαρταετοί συνεχίζεται και τις νύχτες, καθώς συνεχίζεται και το παιχνίδι, με ολόλευκους χαρταετούς, λουσμένους όχι μόνο στο φως του φεγγαριού, αλλά και στο φως που πλημμυρίζει την πόλη, ειδικά για την περίσταση

Χαρταετών ονόματα…

Στα αγγλικά, η λέξη «Kite» είναι συγχρόνως το όνομα ενός υπέροχου πουλιού.

Στα ιαπωνικά, η λέξη «taco» σημαίνει «χταπόδι». Προφανώς, οι Ιάπωνες επέλεξαν αυτό το όνομα για τον χαρταετό τους, επειδή μοιάζει με χταπόδι, καθώς πετά με τη βοήθεια πολλών νημάτων, τα οποία εξασφαλίζουν την κίνηση τού συνήθως περίπλοκου σχήματός του.

Στα μεξικανικά, η λέξη «papalote», σημαίνει ταυτόχρονα «πεταλούδα»

Στα γερμανικά, η λέξη «Drachen» σημαίνει «δράκος». Προφανώς, η ονομασία αυτή καθιερώθηκε από τα χρόνια που οι γερμανικοί χαρταετοί είχαν μορφή άγριων ζώων που εκτόξευαν φωτιά από τα στόματά τους.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι τα ονόματα των χαρταετών δεν είναι διαφορετικά μόνο από χώρα σε χώρα, αλλά πολλές φορές και από περιοχή σε περιοχή μέσα στην ίδια χώρα. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα, τον χαρταετό στη Θράκη τον λέμε και πετάκι, στα Επτάνησα και Φύσουνα, ενώ γενικά τους εξάγωνους αϊτούς τους λέμε και σμυρνάκια.

Για τα Ελληνικά κούλουμα, ο χαρταετός κατασκευαζόταν πάντα από τα ίδια τα παιδιά, με ή χωρίς τη βοήθεια των δικών τους, με απλά υλικά, όπως χαρτί, καλάμι ή λεπτό πηχάκι, σπάγγο και εφημερίδες και με περισσεύματα από τις αποκριάτικες κορδέλες.

– Περιπλανώμενος: Η ιστορία του χαρταετού

Κατηγορίες:Ιστορία

Μεγάλοι σεισμοί κατέστρεψαν τις Μυκήνες

Πέμπτη, 25, Απρίλιος, 2013 Σχολιάστε

Πώς έπεσαν τα Κυκλώπεια Τείχη

Ισχυροί σεισμοί κατέστρεψαν τα μεγάλα ανάκτορα του μυκηναϊκού κόσμου στην Πελοπόννησο (Μυκήνες, Τύρινθα, Μιδέα) όπως προτείνει νέα έρευνα, που διεξάγεται από έναν γερμανό σεισμολόγο και μία ελληνίδα αρχαιολόγο. Δεν ήταν δηλαδή αιτία η -αμφισβητούμενη ούτως ή άλλως- Κάθοδος των Δωριέων που μαθαίναμε στο σχολείο ούτε εξεγέρσεις κοινωνικών ομάδων όπως έχει επίσης ειπωθεί ή ακόμη αλλαγές στο κλίμα που κατέστρεψαν τις καλλιέργειες. 


Τον 12ο π. Χ. αιώνα όντως οι Μυκήνες και η Τύρινθα καταστράφηκαν. Αλλά ο σεισμολόγος κ. Κλάους Χίνζεν από την Κολωνία κι η έφορος Προϊστορικών Κλασικών Αρχαιοτήτων Αργολίδας κυρία Αλκηστις Παπαδημητρίουμελετώντας τα σεισμολογικά στοιχεία της Τίρυνθας υποπτεύονται ήδη την πραγματική αιτία.

Η έρευνα γίνεται στο πλαίσιο ενός προγράμματος κατά το οποίο έχει εγκατασταθεί και σεισμογράφος στην μυκηναϊκή ακρόπολη ενώ επίσης προβλέπεται η χρησιμοποίηση τεχνολογίας τρισδιάστατων αναπαραστάσεων. Σε προσομοιώσεις των Κυκλώπειων τειχών εξάλλου θα εφαρμοστούν διάφορες δυνάμεις, σύμφωνα και με τα ανασκαφικά δεδομένα, ώστε να μελετηθεί η πτώση τους. Στα σχέδια του κ. Χίνζεν μάλιστα είναι η χρησιμοποίηση της μεθόδου της οπτικής φωταύγειας, με την οποία μπορεί να χρονολογηθεί το έδαφος κάτω από τις πέτρες των τειχών ώστε να αποκαλυφθεί αν ανατράπηκαν όλα την ίδια χρονική στιγμή, όπως συμβαίνει κατά τη διάρκεια ενός σεισμού.

Σε κάθε περίπτωση όμως χρειάζεται να περιμένει κανείς ως το φθινόπωρο οπότε αναμένεται να εξαχθούν τα πρώτα βέβαια αποτελέσματα. Γιατί πρόκειται για έργο σύνθετο, αφού εκτός των άλλων πολλές πέτρες των κυκλώπειων τειχών μετακινήθηκαν από τον Σλήμαν το 1884, όταν, με τις ελάχιστες ανασκαφικές γνώσεις της εποχής αλλά και με τον δεδομένο ερασιστεχνισμό του πραγματοποιούσε έρευνες στις μυκηναϊκές ακροπόλεις με τον Ομηρο ανά χείρας.

Αυτά ανέφερε στην ετήσια συνάντηση σεισμολόγων των ΗΠΑ ο κ. Χίνζεν όπου παρουσίασε τα πρώτα αποτελέσματα δίνοντας βεβαίως και τα στοιχεία της Τίρυνθας: Το παλάτι της με τα κυκλώπεια τείχη, που είχαν περί τα 10 μέτρα ύψος και 8 πλάτος, κτισμένα με ογκόλιθους που ζυγίζουν 13 τόνους!

Την μετακίνηση των λίθων αυτών επιβεβαιώνει και η κυρία Παπαδημητρίου, επισημαίνοντας πάντως, ότι από την αρχαιότητα ήδη είχε αρχίσει η μεγάλη διαρπαγή υλικού, που έφθασε ως τον 20ό αιώνα. Οπως λέει «Τα τείχη της ακρόπολης της Τίρυνθας κατασκευάστηκαν σε τρεις κυρίως οικοδομικές φάσεις με σκοπό την σταδιακή οχύρωση όλου του λόφου από την νότια πλευρά του, που είναι και η υψηλότερη ως την βόρεια με το χαμηλότερο εξάρμα. Και ως οικοδομικό υλικό χρησιμοποιήθηκε ο κόκκινος και γκρίζος ασβεστόλιθος που υπάρχει στην περιοχή αυτή, όπως και λίγο μακρύτερα στο λόφο του Προφήτη Ηλία».

Η ίδια αναφέρει εξάλλου και άλλα άκρως ενδιαφέροντα στοιχεία: Οτι ο Κλάους Κίλιανκορυφαίος προϊστορικός αρχαιολόγος και μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, που ανέσκαπτε την Τίρυνθα είχε εντοπίσει κάτω από την ακρόπολη έναν τοίχο με οφιοειδές σχίσμα, το οποίο αποδίδεται σε σεισμό. «Οι έρευνές του συνέβαλλαν πολύ στην διαπίστωση ότι η καταστροφή των μυκηναϊκών ανακτόρων δεν προήλθε από εχθρικές επιδρομές αλλά είχε σχέση με την αυξημένη σεισμική δραστηριότητα», λέει η κυρία Παπαδημητρίου.

Παρ΄ όλα αυτά πρόκειται για θεωρία, που δεν μπορεί να δικαιολογήσει την πτώση όλου του μυκηναϊκού κόσμου, καθώς είναι απίθανο να έγιναν την ίδια εποχή σεισμοί σε όλη την Ελλάδα, όπου επίσης υπήρχαν μυκηναϊκά ανάκτορα.

Θερμού Μαρία tovima.gr

Αρχική

Αγνωστα αρχαία όπλα

Πέμπτη, 14, Μαρτίου, 2013 Σχολιάστε

Σπαθόβεργα – το ξύλινο όπλο των Κρητικών

Η Σπαθόβεργα ή Σπαθοράβδι είναι ένα άγνωστο ξύλινο πολεμικό όπλο της Κρήτης. Είναι ένα αντικείμενο με το οποίο δεν έχουν ασχοληθεί λαογράφοι και επιστήμονες καθώς δεν υπάρχει καμιά σχετική μελέτη για την προέλευση και την χρήση του στην Κρήτη.

Την ύπαρξη τέτοιου Κρητικού όπλου την αγνοούσα μέχρι το καλοκαίρι του 2009 όπου είδα μια σπαθόβεργα στην έκθεση ξυλογλυπτικής του Μυροδογιάννη στην Ελεύθερνα. Από τότε αποφάσισα να κάνω αυτή την μικρή έρευνα για αυτό το πρωτόγονο Κρητικό όπλο, το οποίο αποτελούσε το βασικό εξοπλισμό του απλού λαού στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας στην Κρήτη.


Τα Ξύλινα Κρητικά Όπλα

Τα πρωτόγονα όπλα γενικά κάλυπταν άμεσες και επείγουσες ανάγκες. Τα αυτοσχέδια όπλα ήταν η επόμενη φάση της ανάπτυξης των οπλικών συστημάτων και φτιάχνονταν με υλικά που παρείχε η φύση. Είναι γεγονός ότι η χρησιμοποίηση του μετάλλου για την κατασκευή όπλων, ακολούθησε την ανακάλυψη της φωτιάς. Με την ανακάλυψη όμως αυτής και τη χρησιμοποίησή της για την επεξεργασία των μεταλλικών όπλων, τα λίθινα, κοκάλινα και ξύλινα όπλα ουσιαστικά αχρηστεύτηκαν.


Στην Κρήτη όμως παρέμειναν να χρησιμοποιούνται και στα νεότερα χρόνια ξύλινα όπλα, όπως η Χουρχούδα, η Σπαθόβεργα, η Χαχαλόβεργα, η Κατσούνα. Τα αντικείμενα αυτά κατατάσσονται στα επιθετικά αγχέμαχα όπλα, δηλαδή αυτά που χρησιμοποιούνταν για μάχες σώμα με σώμα, όπως το ρόπαλο, το ξίφος και το δόρυ. Ορισμένα από τα παραπάνω προσαρμόστηκαν και εξελίχθηκαν με αποτέλεσμα να έχουν παράλληλες χρήσεις στην Κρήτη εκτός από την πολεμική.

Η Χουρχούδα είναι ουσιαστικά ο εκφυλισμένος απόγονος του ρόπαλου, το ποιο παλαιό και συνηθισμένο όπλο και χρησιμοποιούνταν για σκληρές πολεμικές δραστηριότητες, ενώ η συνήθης ειρηνική χρήση ήταν η στήριξη κάποιου φράχτη.

Η Χαχαλόβεργα είναι παραλλαγή από το δόρυ με ειρηνική χρήση την φορτοεκφόρτωση των υποζυγίων.

Η Κατσούνα είναι μια εξέλιξη των δύο παραπάνω όπλων η οποία χρησιμοποιείται επιπλέον ως εργαλείο σύλληψης των αιγοπροβάτων από το κεφάλι ή τα κέρατα και ως μέσο στήριξης στην διάβαση των βουνών της Κρήτης, ενώ συνεχίζει να χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα ως όπλο σε φιλονικίες.

Τα ξύλινα αυτά όπλα των Κρητικών είναι γνωστό ότι η τελευταία φορά που χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον ήταν στη Μάχη της Κρήτης.

Η Σπαθόβεργα είναι το μόνο όπλο που δεν συγγενεύει με τα παραπάνω καθώς δεν έχει ευθύγραμμο σχήμα ούτε φαίνεται να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάποια ειρηνική χρήση, πρόκειται λοιπόν για ένα αμιγώς πολεμικό αντικείμενο.

Σπαθόβεργα – Μορφολογία

Η σπαθόβεργα είναι ότι ακριβώς λέει η λέξη, ένα ραβδί δηλαδή σε σχήμα σπαθιού. Είναι κατασκευασμένη συνήθως από χοντρό και σκληρό ξύλο και δεν έχει σταθερό μέγεθος. Έχει λαβή με εγκοπές (συνήθως) ώστε να εφαρμόζει απόλυτα στο χέρι του ιδιοκτήτη-χρήστη. Η πλευρά που βρίσκεται η κόψη είναι αρκετά αιχμηρή παρότι είναι ξύλινη και μπορεί να τραυματίσει σοβαρά άνθρωπο (κυρίως θραύση οστών, κρανίων κτλ.), αποτελώντας έτσι ένα επιθετικό όπλο στα χέρια του κατόχου της. 
Συνήθως η σπαθόβεργα έχει σκαλιστό παραδοσιακό διάκοσμο ανάλογα με το πόσο μερακλής είναι ο κάτοχος. Οι σπαθόβεργες που έχουν διασωθεί σήμερα έχουν όλες περίπου το ίδιο μοτίβο στην σχεδίαση ενώ δεν κάνουν όλα τα ξύλα για την κυρτότητα που απαιτείται για την κατασκευή της.

Με βάση το καμπυλότητα στο σχήμα τους, οι σπαθόβεργες μπορούμε να πούμε ότι βρίσκονται μορφολογικά μεταξύ δύο μεταλλικών όπλων Ανατολικού τύπου, ποιο συγκεκριμένα μεταξύ του Τούρκικου γιαταγανιού και της Σπάθας των αγωνιστών του 1821. Είναι πιθανό η αρχική μορφολογία της σπαθόβεργας να ήταν όμοια με τα ευθύγραμμα Βυζαντινά ξίφη και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας να εξελίχθηκαν στην μορφή που έχουν διασωθεί.

Η Σπαθόβεργα στην Τουρκοκρατία

Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας στην Κρήτη ίσχυε απαγόρευση οπλοκατοχής και οπλοφορίας για τους Χριστιανούς. Η προμήθεια όπλων ή μπαρουτιού ήταν δύσκολη επειδή οι Τούρκοι έλεγχαν τους θαλασσίους εμπορικούς δρόμους με μικρή εξαίρεση την περιοχή των Σφακίων. Ο σίδηρος και η τεχνολογία του ήταν απρόσιτη στον απλό Κρητικό αφού οι μαχαιροποιοί ήταν Τούρκοι εγκατεστημένοι στα αστικά κέντρα με αποτέλεσμα η προμήθεια μαχαιριών για τους Χριστιανούς να είναι ελεγχόμενη και ουσιαστικά απαγορευτική.

Εφόσον λοιπόν ο οπλισμός των κατοίκων ήταν ανύπαρκτος, υπήρχε ανάγκη να επινοηθούν όπλα από άλλα υλικά, Η γνώση της κατεργασίας και η χρήση του ξύλου για την κατασκευή διάφορων προβιομηχανικών εργαλείων όπως μηχανισμοί νερόμυλων, ρασσόμυλλων ,αλέτρια κτλ οδήγησε και στην κατασκευή υποτυπωδών όπλων όπως οι σπαθόβεργες.

Μαρτυρίες υπάρχουν (λίγες σχετικά) για την χρήση της σπαθόβεργας εναντίον των Τούρκων.

Ο Μυροδογιάννης μου επιβεβαίωσε ότι θυμάται γέρους της Ελεύθερνας να λένε για την χρήση της Σπαθόβεργας στο Αρκάδι. Ακόμα δυο περιπτώσεις αναφέρονται στο περιοδικό Κρητικό Πανόραμα, η μια είναι στην Σπηλιά Χανίων όπου ένας δάσκαλος Ψαρουδάκης σκότωσε με σπαθόβεργα σε καρτέρι τον Ιμπραήμ αγά και σε μια άλλη περίπτωση Ανωγειανοί χρησιμοποίησαν χουρχούδες και σπαθόβεργες στις μάχες του Σκλαβόκαμπου και της Επισκοπής.

Η παρουσία της Σπαθόβεργας στην Λαογραφία.

Η χρήση και η κατασκευή της σπαθόβεργας χάνεται στο παρελθόν χωρίς να γνωρίζουμε πότε ξεκίνησε να κατασκευάζεται και να χρησιμοποιείται. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν στα αρχαία χρόνια χρησιμοποιούνταν τέτοιου είδος όπλο, πιθανόν όμως να υπήρχε κάποια παραλλαγή. Το μόνο που μπορούμε να συμπεράνουμε είναι, ότι ως όπλο χρησιμοποιούνταν από τη Βυζαντινή εποχή μέχρι και την Τουρκοκρατία. Στην Κρήτη ήταν όλα τα χρόνια σε χρήση μέχρι το 1950 , ενώ στη συνέχεια πέρασε ως διακοσμητικό κυρίως αντικείμενο στα ορεινά χωριά.

Η παλιότερη αναφορά που υπάρχει βρίσκεται στο έπος του Διγενή Ακρίτα το 1200 μ.Χ. όπου αναφέρεται ως σπαθοράβδι.

« δύο κίγκλας τον κίγκλωσον και δύο εμπροσθελίνας ,

Και κρέμασε εις την σέλλαν μου το ωραίον μου σπαθορράβδιν

Και θές βαρύ το μάσσημα ίνα γοργόν γυρίζη



Το θανείν ηρετίσαντο η γύγειν υπ εκείνου.

Κάκεινος επελάλησε , σύρνει το σπαθορράβδιν,

και πριν ελθειν τον στρατηγόν ουδέ εις υπελείφθη



τον μαύρον μου δυνατά, με δυο γίγκλες σφικτά και δυνατά ,

και βάλετον εμπροστελλίνες, και κρέμασε και το σπαθοράβδιν

και βάλε και τα ρέτενα δια να γυρίζει καλά»

Από το περιοδικό Κρητικό Πανόραμα


Μια άλλη αναφορά για την χρήση της σπαθόβεργας βρίσκουμε στο δρώμενο του «Κλήδονα» στα Βλαχοχώρια έτσι όπως καταγράφηκαν το 1900 και 1903 από τους Περικλή Παπαχατζή και Μάρκο Μπέζα αντίστοιχα. Η καταγραφή αυτή για την συμβολική χρήση των ξύλινων σπαθιών σε μια τέτοια εθιμική εκδήλωση η οποία έχει πανάρχαιες ρίζες, μπορεί να στηρίξει την υπόθεση ότι η σπαθόβεργα χρησιμοποιούνταν στον ευρύτερο Ελλαδικό χώρο από τα αρχαία χρόνια.

«Όλη η παρέα επιτίθεται στα κορίτσια με τις γκαλιάτες και προσπαθεί να τις χαλάσει, αλλά οι κοπέλες προφυλάσσονται από άλλα αγόρια οπλισμένα με ξύλινα σπαθιά…

….Tραγουδώντας γεμίζουν τις γκαλιάτες τους με νερό, ενώ συνοδεύονται από δυο αγόρια με ξύλινες σπάθες, που τις προφυλάσσουν από τα αγόρια άλλων παρεών, που συνήθως παραφυλάγουν στα σοκάκια για να τους «χαλάσουν» τις γκαλιάτες….»

Μια ακόμη αναφορά σε σπαθόβεργα βρίσκουμε στην Τουρκική λαογραφία όπου ο μύθος λέει ότι η πτώση της Πόλης το 1453 οφείλεται στην βοήθεια ενός θεόπεμπτου ξύλινου σπαθιού.

«Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης, ο Θεός έστειλε έναν άγγελο να παραδώσει ένα ξύλινο σπαθί στον αυτοκράτορα. Ο άγγελος ήταν ένας άγιος ασκητής που ονομαζόταν Αγάπιος, ο οποίος έσπευσε στο παλάτι να εκπληρώσει θεία αποστολή του. «Άρχοντα μου», είπε στον αυτοκράτορα, «εδώ είναι ένα σπαθί που αποστέλλεται από το Θεό για να εξοντώσετε τους εχθρούς σας, τους Τούρκους» Όταν αυτοκράτορας είδε ότι ήταν κατασκευασμένα από ξύλο θυμωμένος αναφώνησε: «Τι πρόκειται να κάνει ένα ξύλινο σπαθί αφού έχω το θαυμάσιο ξίφος του ένδοξου Δαβίδ, του πατέρα του Σολομώντα, που είναι σαράντα πήχεις μακρύ»; Έδιωξε τον μοναχό και αυτός, θυμωμένος, πήγε για να παρουσιάσει το σπαθί του στο Σουλτάνο Μωάμεθ ο οποίος το δέχθηκε ευχαρίστως. Χάρη σε αυτό το ξύλινο σπαθί ο Μωάμεθ κατάφερε να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη….»

“Folklore de Constantinople” H. Carnoy und J. Nicolaides Paris, 1894

Ξύλινα όπλα σε άλλους λαούς

Η χρήση ξύλινων όπλων που έχουν παρόμοια μορφή ή χρήση με την σπαθόβεργα απαντάται και σε άλλους λαούς της Γης.

Στις Φιλιππίνες στην πόλη Butuan έχουν βρεθεί ξύλινα σπαθιά τα οποία χρησιμοποιούνταν ως όπλα ή για εκπαίδευση σε κάποια πολεμική τέχνη.

Στην Ισπανία υπάρχει μια ξύλινη βέργα που χρησιμοποιείται στην περιοχή των Βάσκων και ονομάζεται Makila . Το μπαστούνι Makila πιθανολογείται ότι εμφανίστηκε στην περιοχή την περίοδο του Μεσαίωνα. Χρησιμοποιείται από τους βοσκούς ως όπλο καθώς και στην καθοδήγηση των κοπαδιών και στην προστασία από τους λύκους. Χρησιμοποιείται επίσης από πεζοπόρους και κυνηγούς ως βοήθημα βάδισης στις Βασκικές περιοχές καθώς και σε παραδοσιακούς χορούς. Ουσιαστικά το Βασκικό μπαστούνι Makila είναι το αντίστοιχο της Κρητικής κατσούνας ως προς την χρήση.

Στα Κανάρια νησιά υπάρχει μια παραδοσιακή πολεμική τέχνη (Juego del Palo) και μια παρόμοια στην Πορτογαλία (Jogo do pau) που ασκείται με ξύλινες ράβδους περίπου δύο μέτρων. Αυτές οι πολεμικές τέχνες με την χρήση ξύλινων ράβδων έχουν εμφανιστεί από το 1400 μ.Χ. στην περιοχή και έχουν ομοιότητες με τις πολεμικές τέχνες στις Φιλιππίνες. Λέγεται ότι η συγκεκριμένη πολεμική τεχνική, αναπτύχθηκε όταν τα καράβια των θαλασσοπόρων έφθασαν στην Κούβα. Οι Κουβανοί είχαν άνεση στην χρήση του μαχαιριού επειδή το χρησιμοποιούσαν στην κοπή του ζαχαροκάλαμου και το μόνο όπλο που μπορούσε να τους κρατήσει μακριά από τον αντίπαλο και να τους νικήσει ήταν αυτή η πολεμική τέχνη με την ξύλινη ράβδο.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν υπάρχουν αλληλεπιδράσεις στην εμφάνιση της σπαθόβεργας στην Κρήτη από τα ξύλινα όπλα άλλων λαών. Αυτό είναι δουλειά των Εθνογράφων και ξεφεύγει από τα όρια αυτής της έρευνας.

Μυροδογιάννης – Ο τελευταίος τεχνίτης Σπαθόβεργας.

Ίσως να είναι ο τελευταίος σκαλιστής ο 86χρονος Γιάννης Νικολουδάκης (Μυροδογιάννης) από την Ελεύθερνα που έχει απομείνει να κατασκευάζει σπαθόβεργες στην Κρήτη. Την πρώτη του σπαθόβεργα την απόκτησε το 1943 από ένα βοσκό του Ψηλορείτη, τον Πατακομανόλη από τα Λειβάδια, και την αντάλλαξε με ένα αρνί τότε..

Σήμερα ο Μυροδογιάννης κατασκευάζει σπαθόβεργες από ξύλα Ασφένταμου και Πρίνου κρατώντας σαν πρότυπο στο σχήμα και το διάκοσμο από την παλιά σπαθόβεργα που έχει διατηρήσει μέχρι σήμερα.

Κλείνοντας αυτή την μικρή έρευνα νομίζω ότι πρέπει να γίνει μια κανονική μελέτη από λαογράφους και εθνογράφους σχετικά με τα αυτοσχέδια Κρητικά όπλα. Μόνο δύο δημοσιογραφικές έρευνες έχουν γίνει σχετικά με τα Κρητικά όπλα, από τον Ευτύχη Τζιρτζιλάκη, μια για τη Σπαθόβεργα στο περιοδικό Κρητικό Πανόραμα και άλλη μια για το Κρητικό μαχαίρι την οποία βρήκα στην Άγονη Γραμμή. Για λόγους δεοντολογίας πρέπει να αναφέρω ότι το αφιέρωμα στο Κρητικό Πανόραμα αποτέλεσε τον βασικό οδηγό για αυτή την δημοσίευση.

Πηγές – Βιβλιογραφία

Περιοδικό Κρητικό Πανόραμα τευχ 34 Οκτώβριος Νοέμβριος 2009 Τζιρτζιλάκης Ευτύχης

Εφημερίδα Ρέθεμνος Ιούλιος 2009

Περιοδικό Κοντυλίες Νοέμβριος Δεκέμβριος 2009 Τζιράκης Μανόλης

Ιστολόγιο Άγονη Γραμμή http://agonigrammi.wordpress.com «ΚΡΗΤΙΚΟ μόνο κατ΄ όνομα ΜΑΧΑΙΡΙ» Τζιρτζιλάκης Ευτύχης

Ιστοσελίδα http://www.ekataios.gr/ «Ο Κλήδονας στους Βλάχους: η μετατροπή ενός δρωμένου σε πανηγύρι»

Ιστοσελίδα http://www.vikingsword.com «Ethnografic Arm & Armour forum – The wooden fighting sword-sticks of Crete»

Ιστοσελίδα http://forum.axishistory.com «The Siege and Fall of Constantinople»



Αρχαία ελληνικά ξίφη


ΤΟ ΦΑΣΓΑΝΟ Η ΣΦΑΓΑΝΟ

Το φάσγανο ή σφάγανο θεωρείται σαν το πρώτο πολεμικό ξίφος των Ελληνικών ιστορικών χρόνων αναφερόμενο στο έπος της Ιλιάδας από τον Όμηρο καθώς και στην γραμμική γραφή Β.
Το φάσγανο ήταν ένα μακρύ δίκοπο αιχμηρό ξίφος από ορείχαλκο – μπρούντζο – ή χαλκό με μήκος από 0.80 εκ. έως και πέραν του 1.00 μ. και κατάλληλο για νυκτικά κυρίως κτυπήματα.


Φάσγανο Σταυρωτής Ράχης


Φάσγανο Αγκιστρωτής Ράχης


Φάσγανο Στρογγυλής Ράχης


Υπήρχαν διαφόρων τύπων φάσγανα όπως τα στρογγυλεμένης ράχης του ΙΣΤ’ π.X. αιώνα που την θέση τους πήραν τον επόμενο αιώνα δύο νέοι τύποι ξιφών στερεότερων από τα προηγούμενα, τα αγκιστροειδούς ράχης και τέλος τα σταυρωτής ράχης με ενιαίο έλασμα και λαβή που κατέληγε κατά κανόνα σε μεγάλο σφαίρωμα σχήματος μήλου. Οι διαφορές αυτές εστιάζονταν κυρίως στις κατασκευαστικές λεπτομέρειες των σημείων μεταξύ των λαβών τους και του ελάσματος και όχι στο καθαυτό σχήμα τους.
Κύριο χαρακτηριστικό των φασγάνων ήταν η κατά μήκος και στο μέσον του ορειχάλκινου ή χάλκινου ελάσματός τους νεύρωση μειούμενης διατομής που τους έδινε την απαιτουμένη σταθερότητα και αλυγισία απαραίτητη άλλωστε λόγω του μεγάλου μήκους τους και του είδους του μετάλλου κατασκευής τους. (Σχ. 1,2,3)


Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΠΑΘΟΜΑΧΑΙΡΑ

Επίσης με την ίδια ονομασία φάσγανο αναφέρονται και στην Μεγάλη Ελληνική εγκυκλοπαίδεια του Παύλου Δρανδάκη εις το λήμμα ξίφος σχετικά κοντές χάλκινες ή ορειχάλκινες – νεότερες – σπαθομάχαιρες του ΙΒ’ π.Χ. αιώνα μήκους από 50 έως 60 εκ.

Οι σπαθομάχαιρες αυτές που ευρέθησαν από τον Γερμανό αρχαιολόγο Ερρίκο Σλήμαν στις ανασκαφές των τάφων των Ατρειδών βασιλέων των Μυκηνών καθώς και στις ανασκαφές της Τροίας ήταν μονής ή διπλής κόψης και χρησίμευαν για την σφαγή των ζώων που προορίζονταν για τις θυσίες στους Ολύμπιους Θεούς. Η λαβή τους ήταν προέκταση του ελάσματός τους ήταν καλυμμένη με ξύλινα ή κοκάλινα καπάκια και τελείωνε σε κρίκο αναρτήσεως του ξίφους – σπαθομάχαιρας.

ΤΟ ΟΜΗΡΙΚΟ ΞΙΦΟΣ

Στην πρώιμη εποχή του ορειχάλκου και σαν ακραία εξέλιξη του φασγάνου παρουσιάζεται ένα ξίφος που είχε την μονοκόμματη κατασκευή των φασγάνων δηλαδή το ενιαίο ελάσματος και λαβής καθώς και το μέγιστο του πλάτους του ελάσματος αλλά με σαφέστατα μικρότερο μήκος.
Έτσι το εν λόγω ξίφος παρουσίαζε τριγωνική ισοσκελή μορφή και κατασκευαζόταν τόσο από χαλκό όσο και από ορείχαλκο με μέσο μήκος ελάσματος περί τα 0.60 εκ. Το ξίφος αυτό ονομάστηκε Ομηρικό ξίφος, δεν αναφέρεται στην γραμμική γραφή Β είχε αγκιστρωτή ράχη και εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται έως το 1200 π.Χ. Ο Ερρίκος Σλήμαν κατά την διάρκεια των ανασκαφών του στα ανάκτορα των Ατρειδών βασιλέων στις Μυκηνών βρήκε ξίφος της ιδίας περιόδου εξ’ ολοκλήρου από χαλκό και με αμφίστομο έλασμα μήκους 0.60 εκ.

Ομηρικό Ξίφος

Όπως και το φάσγανο είχε την χαρακτηριστική νεύρωση στην μέση και κατά μήκος του ελάσματος και η οστέινη ή ξύλινη λαβή του στερεωνόταν με αριθμό καρφιών που δεν ήταν πάντα ο ίδιος. Παρόμοιος τύπος ξίφους βρέθηκε στην Ολυμπία με μήκος λεπίδας όμως περί το 1.00μ.

ΤΟ ΑΟΡ

Το ξίφος αυτό του 1000 – 1200 π.Χ. ονομάστηκε άορ από το ρήμα αίρω – σηκώνω – δεδομένου ότι για να λειτουργήσει θλαστικά το ξίφος έπρεπε πριν το κτύπημα καταφοράς να σηκωθεί ψηλά. Από το ίδιο ρήμα προέρχεται και η λέξη αορτήρας που προσδιόριζε τον ειδικό δερμάτινο ιμάντα – τελαμώνα. από τον οποίο κρεμόταν το άορ από τον δεξιό ώμο του πολεμιστή χιαστί στο αριστερό πλευρό του.

Ερώτημα υπάρχει ως προς τον τόπο της αρχικής προέλευσής του δεδομένου ότι η ξένη σχετική βιβλιογραφία αναφέρει σαν χώρα εισαγωγής του σχεδίου του ξίφους την Κεντρική Ευρώπη μέσo Ιταλίας και ιδιαίτερα μέσo μισθοφόρων της εποχής. Εύστοχα ο μελετητής κ.Δημήτρης Καμπούρης σε σχετική του δημοσίευση στο τεύχος 4 του Οκτωβρίου του 1996 της Στρατιωτικής Ιστορίας παρατηρεί ότι κανένας πολιτισμός της Κ. Ευρώπης δεν άνθιζε στην μεταλλουργεία το 1200 έως το 1000 π.Χ. για να γίνει τέτοιου είδους κατασκευή ούτε αναφέρονται πουθενά Ευρωπαίοι μισθοφόροι στο στρατό των Μυκηνών για να δικαιολογηθεί η εκ μέρους τους εισαγωγή του.


Αορ

Κατά τον ίδιο μελετητή το γεγονός ότι οι πρώτες ύλες για την κατασκευή των ξιφών εισάγονταν από τα μεταλλεία εκείνων των περιοχών μέσο των ελληνικών αποικιών της Α’ αποίκησης δικαιολογεί ως ένα βαθμό τουλάχιστον την σύγχυση σχετικά με τον τόπο καταγωγής του ξίφους. Τοάορ ήταν αρκετά βαρύ σαν ξίφος διότι έφερε φαρδιά νεύρωση εκατέρωθεν του ελάσματός του προς ενίσχυσή του και κατασκευαζόταν τόσο από σίδερο όσο και από ορείχαλκο, είχε δε την λαβή του σαν προέκταση του ελάσματός του και διέθετε υποτυπώδη ημικυκλικό φυλακτήρα που στερεωνόταν στην λαβή με καρφιά – περτσίνια σιδερένια ή μπρούντζινα αναλόγως.

Η λεπίδα του άορος ήταν μειούμενης διατομής προς την λαβή πράγμα που έκανε το ξίφος να έχει καλύτερο ζύγισμα και ως εκ τούτου να είναι αποτελεσματικότερο στις ατομικές μονομαχίες παρά το γεγονός ότι ήταν αρκετά βαρύτερο του φασγάνου. Λόγω δε ακριβώς του βάρους του αυτού ήταν καταλληλότερο για θλαστικά πλήγματα καταφοράς απ’ ότι για νυκτικά κτυπήματα. Η λαβή του είχε ελαφρώς ατρακτοειδές σχήμα και κατέληγε σε σφαίρωμα σχήματος μανιταριού. Το μήκος του άορος δεν ήταν σταθερό και έχουν βρεθεί σε ανασκαφές ξίφη από 0.70 έως και πέραν του 1.00 μ. μήκος.

ΤΟ ΟΠΛΙΤΙΚΟ ΞΙΦΟΣ


Το οπλιτικό ξίφος προερχόταν σχεδιαστικά από το άορ. Ήταν γνωστό από τον Ε’ π.Χ αιώνα και ιδιαίτερα από τους Μηδικούς πολέμους και ο πολεμιστής που το χειριζόταν ονομαζόταν οπλίτης από την ασπίδα που κρατούσε και που λεγόταν «όπλον». Το ξίφος αυτό ήταν από σίδερο με κοντύτερο έλασμα αλλά περισσότερο φαρδύ από του άορος με συνολικό μήκος από 0.60 έως 0.65 εκ. Το έλασμά του ήταν φυλλόσχημο μειούμενης διατομής προς την λαβή του που αποτελούσε συνέχειά της και χωριζόταν απ’ αυτήν με οριζόντιο φυλακτήρα από σίδερο ή μπρούντζο.

Οπλιτικό Ξίφος – Hoplite Sword

Στο μέσον και κατά μήκος του ελάσματός του έφερε κατά κανόνα αύλακα ή νεύρωση. Η λαβή του είχε ατρακτοειδές σχήμα που καλυπτόταν με τεμάχια ξύλου, μετάλλου ή οστού που στερεώνονταν με διαμπερή καρφιά – περτσίνια και κατέληγε σε κοντό κυλινδρικό σφαίρωμα επίσης από σίδερο ή μπρούντζο. Η θήκη του κατασκευαζόταν από ξύλο επενδυμένο με δέρμα και πλούσιο κομψό μπρούντζινο διάκοσμο ή από φύλλο μετάλλου και το σχήμα της ήταν παραλληλόγραμμο ή ελαφρώς μειούμενης διατομής προς την βάση της.
Στο Καμποβάλανο της Ιταλίας και ιδιαίτερα στο Μουσείο Κιέτι υπάρχουν μερικά ενδιαφέροντα και χαρακτηριστικά δείγματα ελληνικών οπλιτικών ξιφών.


ΤΟ ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΟ – ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΚΟ ΞΙΦΟΣ

Το λακεδαιμονικό ξίφος ή «ξυήλη» προερχόταν απ’ ευθείας από το γνωστό Ελληνικό οπλιτικό ξίφος και αποτελούσε το κυρίως επιθετικό όπλο των Σπαρτιατών από τον ΣΤ’ έως και τον Δ’ αιώνα π.Χ. Είχε πολύ μικρότερο μήκος από το οπλιτικό ξίφος και ως εκ τούτου το φυλλοειδές σχήμα του ελάσματός του ήταν περισσότερο έντονο απ’ ότι στο οπλιτικό ξίφος. Ήταν εξ’ ολοκλήρου από σίδερο και η λαβή του αποτελούσε συνέχεια του ελάσματός του που είχε μήκος από 30 έως 35 εκ. και με συνολικό μήκος ξίφους περί τα 45 εκ.


Ξίφος Λακαιδεμονίων

Είχε σταυροειδή σιδερένιο ή μπρούντζινο χειροφυλακτήρα και η ξύλινη ή κοκάλινη λαβή του στερεωνόταν επάνω σ’ αυτήν με δύο μπρούντζινα ή σιδερένια καρφιά -περστίνια και τελείωνε σε κοντόχονδρο κυλινδρικό σφαίρωμα. Ηθελημένα οι οπλίτες Σπαρτιάτες χρησιμοποιούσαν τόσο κοντό ξίφος διότι σαν παγκρατιστές – γνώστες δηλαδή των πολεμικών τεχνών της εποχής τους σε μάχη σώμα με σώμα – επεδίωκαν την εκ του συστάδην συμπλοκή με τον αντίπαλο όπου σαφώς υπερτερούσαν κατά κανόνα. Αυτό δικαιολογείται αν λάβουμε υπ’ όψιν μαρτυρίες Ελλήνων και ξένων ιστορικών που αναφέρουν ότι κάθε οπλίτης Σπαρτιάτης αντιστοιχούσε σε δυναμικότητα μάχης όσο τουλάχιστον πέντε από οποιουσδήποτε άλλους οπλίτες της εποχής.

Η θήκη του ήταν φαρδιά ξύλινη επενδυμένη με δέρμα και ο χειροφυλακτήρας της λαβής του ξίφους ήταν κρυμμένος μέσα στο στόμιο του κολεού ο οποίος είχε υψωμένες περιφερειακά προεξοχές που λειτουργούσαν σαν άγκιστρα εμποδίζοντας την μη ηθελημένη έξοδο του ξίφους από την θήκη. Το ξίφος κρεμόταν από δύο κρίκους στην θήκη με την βοήθεια λουριού – τελαμώνα – από τον δεξιό ώμο χιαστί στο αριστερό πλευρό του οπλίτη.

Δεν έχουν δυστυχώς διασωθεί πραγματικά δείγματα του είδους αυτού παρά μόνο ένα χάλκινο αναθηματικό ομοίωμα πραγματικών όμως διαστάσεων από την Κρήτη πιθανόν από τάφο Σπαρτιάτη που πολέμησε και έπεσε εκεί. Οι λοιπές κατασκευαστικές λεπτομέρειες καθώς και ο διάκοσμος της θήκης του τεκμαίρονται από παραστάσεις αγγείων και αναθηματικών πλακών.

Το Σπαρτιατικό ξίφος αποτελούσε φοβερό νηκτικό όπλο εύκολο στην χρήση του αφού απαιτούσε μικρό χώρο για τον χειρισμό του, στα επιδέξια όμως χέρια των Σπαρτιατών πολεμιστών γινόταν και επικίνδυνο θλαστικό όπλο καταφοράς. Η περιορισμένη όμως χρήση του ξίφους μόνο σχεδόν από τους Λακεδαιμονίους και ειδικά από πολύ εξειδικευμένους οπλομάχους του είδους οδήγησε στην μη ευρεία χρήση τουΣπαρτιατικού – Λακεδαιμονικού ξίφους και ως εκ τούτου στην σταδιακή κατάργησή του.

Η ΘΛΑΣΤΙΚΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΣΠΑΘΟΜΑΧΑΙΡΑ

Η μοναδική απεικόνιση στην οποία παρουσιάζεται σαφώς η ναυτική Ελληνική θλαστική σπαθομάχαιρα προέρχεται από μια τοιχογραφία λυκιακού ταφικού μνημείου από το Ελμελί της Μικράς Ασίας.

Σπαθι Επιβατών

Πρόκειται για μια βαριά και πλατιά περίπου 5-6 εκ. παραλληλόγραμμη σιδερένια σπαθομάχαιρα μονής κόψης και μήκους περί τα 0.60 εκ. γνωστής από το 500 π.Χ. και με ανάγλυφη νεύρωση σαν Τ (ταυ) στην μία στενή όψη της λάμας. (σόκορο λάμας). Το σχετικά μικρό μήκος της ήταν ιδανικό για τις μάχες σε στενούς μικρούς και συνωστισμένους χώρους όπως ήταν τα καταστρώματα των πολεμικών πλοίων της εποχής.
Η αιχμή της ήταν οξεία και τριγωνική και το όπλο χρησιμοποιήθηκε ευρέως στην ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ. τόσο από τουςΑθηναίους πεζοναύτες της εποχής όσο και από τους συμμάχους τους Σικυώνιους πεζοναύτες τους λεγόμενους και «επιβάτες». Η λαβή της και η φύλαξη της λαβής της είχαν την κλασική μορφή των λαβών των ξιφών της εποχής τους με πιθανή διαφοροποίηση στο τελείωμα της λαβής όπου το σφαίρωμα ενδέχεται να μην ήταν κυλινδρικό αλλά σφαιρικό.

Η ΚΟΠΙΔΑ

Η κοπίδα ή κοπίς ήταν σπαθί καταφοράς που έκανε την εμφάνισή του στον ελληνικό χώρο τον Ε’ αιώνα π.Χ και καθιερώνεται αργότερα τον Δ’ αιώνα π.Χ. κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου εναντίον των Περσών παράλληλα με το οπλιτικό ξίφος το οποίο μέχρι την κατάργησή του συνυπήρχε με αυτήν. Το ξίφος αυτό ήταν γνωστό στην Ιταλία από τον Η’ αιώνα π.Χ. απ’ όπου έγινε γνωστό και στην Ιβηρική χερσόνησο – με το όνομα “falcata” – όπου και βρέθηκαν πολλά δείγματα του είδους αυτού όπως και στην Γαλατία και ιδιαίτερα στην κοιλάδα του ποταμού Μάρνη από τους αγώνες των Γαλατών κατά των Ρωμαίων κατακτητών.
Αξιοσημείωτη αλλά όχι και αποδεδειγμένη είναι η μορφολογική σχέση που έχει με την κοπίδα – ως προς το σχήμα του αλάσματός της – η ανατολίτικης προέλευσης σπαθομάχαιρα “giatagan” καθώς και η ασιατική παραδοσιακή Νεπαλέζικη σπαθομάχαιρα “kukri” της φυλής των πολεμιστών Γκούρκας. Δεδομένης όμως της επιρροής που άσκησε η παρουσία των στρατευμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου στους διάφορους λαούς της Ασίας και ως εκ τούτου και στα οπλικά τους συστήματα ο συσχετισμός αυτός δεν είναι ιδιαίτερα παρακινδυνευμένος πλην όμως δεν έχει αποδειχτεί και ιστορικά.
H κοπίδα ήταν σιδερένια μονόκοπη σπαθομάχαιρα με βαρύ μπροστόβαρο έλασμα και καμπύλη κλειστή, είχε ραμφόσχημη λαβή ξύλινη, κοκάλινη ή μεταλλική και η χρήση της ήταν περισσότερο για θλαστικά κτυπήματα καταφοράς παρά για νυκτικά. Το πρόσθετο βάρος της κοπίδας και το κακό σχετικά ζύγισμά της δεν αποτέλεσε μειονέκτημα για το νέο όπλο που γρήγορα υιοθετήθηκε από όλες σχεδόν τις κατηγορίες των οπλιτών της εποχής λόγο των ισχυρών και αποτελεσματικών πληγμάτων της.

ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΞΙΦΟΣ

Τα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στις μάχες τους εναντίον των Περσών πολεμούσαν με διαφόρους τύπους σιδερένιων ξιφών ήδη γνωστών και με δοκιμασμένη αποτελεσματικότητα όπως το οπλιτικό ξίφος και η κοπίδα. Το καθ’ αυτό και αμιγές μακεδονικό ξίφοςπαρουσιάστηκε κατά την μετά τον Μέγα Αλέξανδρο εποχή. Ουσιαστικά επρόκειτο για μιά περισσότερο εξελιγμένη μορφή του άορος και του οπλιτικού ξίφους με σαφή επιρροή και από το κοντό λακεδαιμονικό – σπαρτιατικό ξίφος την «ξυήλη».
Μακεδονικό Ξίφος

Ήταν σχετικά κοντύτερο, ελαφρότερο και με μικρότερο πλάτος ελάσματος από το οπλιτικό ξίφος. Ήταν σαφώς νυκτικό όπλο αιχμηρό και με αυξημένη διατρητικότητα πλην όμως ποτέ δεν θεωρήθηκε σαν όπλο πρωτεύον από τους Μακεδόνες εφ’ όσον μετά την σάρισα σαν πρωτεύον όπλο θεωρούσαν το δόρυ και τα πάσης φύσεως ακόντια.
Είχε μικρή σταυροειδή φύλαξη και η λαβή του που ήταν συνέχεια του ελάσματός του καλυπτόταν με ξύλο, μέταλλο ή οστό και κατέληγε σε καρδιόσχημο, ραμφόσχημο ή κυλινδρικό σφαίρωμα. Η θήκη του ήταν ξύλινη επενδυμένη με δέρμα και έφερε μεταλλικά διακοσμητικά τελειώματα τόσο στο επάνω μέρος όσο και στο αιχμηρό κάτω μέρος της και κρεμόταν στο αριστερό πλευρό του πολεμιστή χιαστί από τον δεξιό ώμο με την βοήθεια ιμάντα – τελαμώνα.

Η ΡΟΜΦΑΙΑ

Το όπλο αυτό ήταν η μετεξέλιξη του μονόκοπου θρακιώτικου ξίφους που αναφέρεται στην Ιλιάδα του Ομήρου. Επρόκειτο για μιά μεγάλου μεγέθους κυρτή σπάθη μονής κόψης όχι ιδιαίτερα φαρδιάς που είχε συνολικό μήκος περί το 1.20 – 1.30 εκ του οποίου μήκους το 1/3 αποτελούσε την ξύλινη περιελιγμένη με δερμάτινο ιμάντα διπλή λαβή του. Στο σημείο της ένωσης του ελάσματος με την λαβή το ξύλο φάρδαινε από την μία πλευρά τόσο όσο να γίνει μια κυκλική οπή απ’ όπου πιθανότατα μέσο δερμάτινου ιμάντα θα κρεμόταν η σπάθη από την ζώνη του πολεμιστή.

Η ρομφαία δεν ανήκει στα όπλα τα αποκλειστικώς χρησιμοποιηθέντα από Έλληνες δεδομένου ότι πλην των Θρακών πελταστών – ανεξάρτητες ομάδες ακροβολιστών – το όπλο αυτό το χρησιμοποιούσε ευρέως και ένας άλλος γνωστός λαός των Βαλκανίων οι αρχαίοι Δάκες πρόγονοι των σημερινών Ρουμάνων. Η μορφή της ρομφαίας άλλαξε κατά καιρούς από το 400 έως το 100 π.Χ. και στην αποφασιστική μάχη της Πύδνας το 168 π.Χ. χρησιμοποιήθηκαν από τον Περσέα τον τελευταίο Μακεδόνα βασιλιά Θράκες και Μακεδόνες ρομφαιοφόροι εναντίον των Ρωμαίων κατακτητών.

Το σχήμα της την εποχή εκείνη είχε διαφοροποιηθεί και χρησιμοποιήθηκε κυρίως θλαστικά και κοπτικά και λιγότερο νυκτικά δεδομένου ότι το έλασμά της έγινε ευθύ κοντύτερο, πλατύτερο και ως εκ τούτου περισσότερο βαρύ ενώ το τελείωμά της έγινε δρεπανοειδές διατηρούμενης της διπλής ξύλινης λαβής της.


Σημείωση: Λόγω της χρονολογικής παλαιότητας των ελληνικών ξιφών και γενικότερα του μη ιδιαίτερα ανθεκτικού των μετάλλων κατασκευής των όπλων της Αρχαίας προκλασικής, κλασικής και ελληνιστικής εποχής υπάρχουν λίγα δείγματα των ειδών τους σκορπισμένα σε όλη την Μεσογειακή λεκάνη και όχι μόνο ενώ πολλές μορφές τους έχουν τεκμηριωθεί και αναπαραχθεί μέσα από παραστάσεις αγγείων και αναθηματικών πλακών ταφικών μνημείων. Η ακριβής χρονολόγηση της αρχής ή του τέλους χρησιμοποίησης κάποιου από αυτά τα όπλα είναι χρονικά ασαφής και παρακινδυνευμένη.

Επίσης αρκετά ασαφής και αδιευκρίνιστος είναι και ο ακριβής χρόνος μετάβασης από το ένα μέταλλο κατασκευής τους στο άλλο καθ’ όσον η τέχνη της μεταλλουργίας αναπτυσσόταν ραγδαία μεταξύ των λαών της Κεντρικής Ευρώπης και της Μεσογειακής λεκάνης και ιδιαίτερα κατά την διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων. Πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι κατά την αρχαιότητα τα μέταλλα και τα κράματά τους χρονολογικά επικάλυπταν το ένα το άλλο με αποτέλεσμα να συνυπάρχουν κατά τις μεταβατικές τους χρονικές περιόδους χάλκινα με ορειχάλκινα, ορειχάλκινα με σιδερένια και πολύ αργότερα σιδερένια με χαλύβδινα – ατσάλινα – όπλα.
Έτσι η χρονολόγησή τους είναι σχετική και κατά προσέγγιση κάποιων δεκάδων ετών ή και περισσότερο ακόμη και αν είναι αντικείμενα που έχουν χρονολογηθεί εκ των υστέρων με την σύγχρονη μέθοδο του Άνθρακα 14.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 
Μεγάλη Ελληνική εγκυκλοπαίδεια Παύλου Δρανδάκη, 
Νikolas Victor Secunda και Agnus Mac Bride: Οι Αρχαίοι Έλληνες, 
Peter Connolly: H πολεμική τέχνη των Αρχαίων Ελλήνων, 
Χρήστου Γιαννόπουλου: Πολεμιστές της αρχαιότητας και του Μεσαίωνα, Εκδόσεις «Περισκόπιο»
Στρατ. Ιστορία. Τεύχη 1, 2 ,3, 4, 5,7, Στρατ. Ιστορία. Τεύχη 13, 18, 22, Στρατ. Ιστορία. Τεύχος 20, Στρατ. Ιστορία. Τεύχος 46, Περσικοί πόλεμοι, Μεγάλες μάχες, 
Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς, 
Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια «Ήλιος», Η Ιστορία του πολέμου: John Keegan, Warriors end Warlords: Martin Windrow – Agnus Mac Bride,
Διάφορα αρχαιολογικά Μουσεία ανά τον κόσμο.
[Δημήτρης Νικολακόπουλος, Αρχιτέκτων, πηγή]
από το

Κατηγορίες:Ελλάδα, Ιστορία

Τι δεν ξέρουμε για τους Αζτέκους

Τρίτη, 5, Μαρτίου, 2013 Σχολιάστε

Συναρπαστικά δεδομένα από την καθημερινότητα του χαμένου πολιτισμού!

Την ώρα που οι Μάγια είχαν την τιμητική τους πρόσφατα, με το ημερολόγιό τους και το τέλος του κόσμου(!), ώρα να θυμηθούμε και τον άλλο μεγάλο λατινοαμερικανικό πολιτισμό.

Τι ξέρουμε λοιπόν για τους Αζτέκους; Λίγα πράγματα, ομολογουμένως: έτρωγαν σοκολάτα, θυσίαζαν «καραβιές» ανθρώπων στους αλλόκοτους θεούς τους, πριν εξαφανιστούν τελικά από προσώπου γης χάρη στους ισπανούς κονκισταδόρες.

Είναι γνωστοί στη λαϊκή συνείδηση ως βάρβαρη και πολεμοχαρής φυλή, εξαιτίας του -παραφουσκωμένου- γεγονότος του απίστευτου αριθμού των ανθρώπων που σκότωναν.

Ωστόσο, κόντρα στη συνήθη δοξασία, οι Αζτέκοι είχαν αναπτύξει έναν ιδιαίτερο πολιτισμό, μέσα από μια εκπληκτικά περίπλοκη κοινωνική δομή, που έδινε βάση στην υποχρεωτική εκπαίδευση, την πρωτοκαθεδρία της οικογένειας και την τέχνη ως μέσο έκφρασης.

Ακόμα και το σύστημα της δουλείας τους ήταν ιδιαίτερα λεπτομερειακό και «ραφινάτο» (με όρους της εποχής βεβαίως), κάνοντας τη στρωμάτωση της κοινωνίας πραγματικό μάθημα κοινωνιολογίας!

Οι Αζτέκοι δεν ήταν οι ψυχοπαθείς και αιμοσταγείς βάρβαροι που αφηνόμαστε συνήθως να πιστεύουμε, και να γιατί…

Τέχνη

Δεδομένο: Οι Αζτέκοι είχαν ευγενή αθλήματα και ήταν μια ιδιαιτέρως καλλιτεχνική κοινωνία
Άγριοι και απολίτιστοι; Μάλλον το ακριβώς αντίθετο, μιας και η αζτεκική κοινωνία αγκάλιασε πλατιά τις τέχνες, ιδιαίτερα την κεραμική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική, με διάφορες τεχνοτροπίες και απεικονιστικές μεθόδους.

Οι Αζτέκοι σχεδίαζαν τις στολές των πολεμιστών τους με ιδιαίτερη έμφαση στη λεπτομέρεια, ενώ συχνά έκαναν τατουάζ για να τιμήσουν τη μνήμη τους. Επιπλέον, είχαν μια ιδιαίτερη έφεση στην ποίηση. Όσο για το φίλαθλο πνεύμα τους, επιδίδονταν με πάθος στα σπορ, με το πλέον περίφημο να είναι το Ullamaliztli: το άθλημα περιλάμβανε μια ελαστική μπάλα και παιζόταν σε ένα ειδικά διαμορφωμένο γήπεδο, το Tlachtli.

Ο σκοπός του παιχνιδιού ήταν να περάσει η μπάλα μέσα από ένα μικρό πέτρινο «δαχτυλίδι», ήταν ωστόσο ιδιαίτερα δύσκολο, μιας και η μπάλα δεν έπρεπε να αγγίξει το έδαφος και οι παίκτες μπορούσαν να την ακουμπήσουν μόνο τα κεφάλια, τους αγκώνες, τα γόνατα και τους μηρούς τους…

Υποχρεωτική εκπαίδευση

Δεδομένο: Οι Αζτέκοι έστελναν απαραίτητα τα παιδιά τους στο σχολείο
Την ώρα που η έμφαση της κοινωνίας δινόταν στη σωστή ανατροφή των παιδιών μέσα στους κόλπους της οικογένειας, οι Αζτέκοι είχαν θεσπίσει την υποχρεωτική εκπαίδευση για όλα τα παιδιά, μέσα από δημόσια σχολεία. Τα παιδιά των ευγενών πήγαιναν σε διαφορετικά σχολεία, ενώ η εκπαίδευση χωριζόταν και σύμφωνα με το φύλο.

Οι γόνοι της αριστοκρατικής τάξης διδάσκονταν από τους ιερείς ιστορία, αστρονομία, τέχνη, καθώς και τρόπους διακυβέρνησης και ηγεσίας. Τα παιδιά της κατώτερης κάστας έπαιρναν εκπαίδευση που τους προετοίμαζε για πολεμιστές, την ίδια στιγμή που τα κορίτσια πήγαιναν σε ιδιαίτερα σχολεία, όπου και μάθαιναν την «οικιακή τέχνη», όπως το μαγείρεμα και την υφαντική. Όλα πάντως τα παιδιά λάμβαναν τη βασική υποχρεωτική εκπαίδευση…

Νικήθηκαν από τις αρρώστιες

Δεδομένο: Οι περισσότεροι Αζτέκοι νικήθηκαν από την ασθένεια, όχι τον πόλεμο
Παρά το γεγονός ότι οι κονκισταδόρες έκαναν ό,τι μπορούσαν για να υποτάξουν τους Αζτέκους, εκείνοι ηττήθηκαν όχι εξαιτίας της στρατιωτικής υπεροχής των Ισπανών, αλλά της νόσου. Στην πραγματικότητα, οι πρώτες επιθέσεις των Ισπανών αποκρούστηκαν με μεθοδικότητα από τους Αζτέκους, οι οποίοι ανάγκασαν μάλιστα τους κονκισταδόρες σε βιαστική οπισθοχώρηση.

Οι Αζτέκοι θα είχαν μια καλή πιθανότητα να απωθήσουν τον ισπανό εισβολέα, αν δεν τους αφάνιζε η πρωτοεμφανιζόμενη στην ήπειρο ευλογιά που κόλλησαν από τους Δυτικούς, εξοντώνοντας τους ηγέτες τους: η ζημιά που έπαθαν οι πολιτισμοί της Λατινικής Αμερικής από τις ευρωπαϊκές ασθένειες που μετέφεραν εκεί οι Ισπανοί λογίζεται ανυπολόγιστη, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για περισσότερους από 20 εκατομμύρια νεκρούς αυτόχθονες Αμερικανούς σε μια περίοδο 5 μόλις ετών. Αλλιώς ήταν εξαιρετικά αμφίβολο αν θα «έπεφταν» οι Αζτέκοι στον ισπανικό ζυγό…

Λάθος όνομα

Δεδομένο: Το όνομα «Αζτέκοι» τούς αποδόθηκε πολύ αργότερα
Οι ίδιοι οι Αζτέκοι δεν αποκαλούσαν ποτέ τους εαυτούς τους Αζτέκους! Ήταν το όνομα που τους έδωσαν οι Δυτικοί, το οποίο προήλθε πιθανότατα από μια τοποθεσία που ζούσε η φυλή τον 12ο αιώνα, την Αζτλάν, στο βόρειο τμήμα του σημερινού Μεξικού. Πώς αποκαλούσαν οι ίδιοι οι «Αζτέκοι» τον πολιτισμό τους; Μέξικα, από το οποίο προήλθε φυσικά το όνομα της χώρας του Μεξικού…

Προωθημένο σύστημα μητρώων και καταγραφών

Δεδομένο: Οι Αζτέκοι διέθεταν ένα προηγμένο σύστημα καταγραφής και διατήρησης μητρώων
Το αλφάβητο των Αζτέκων, η γλώσσα N’ahuatl, περιλάμβανε γράμματα-εικόνες (εικονογράμματα) και αποτελούσε ένα ιδιαίτερο είδος γραφής. Η γνώση μάλιστα της καταγραφής της προφορικής γλώσσας ήταν πολύ εξειδικευμένη και εκτελούταν από ειδικά καταρτισμένους γραφείς και ιερείς, που είχαν λάβει ιδιαίτερη εκπαίδευση.

Τα μητρώα κρατούνταν σε «χαρτί» καμωμένο από φλοιούς δέντρων ή δέρματα ελαφιών, με τον συνήθη τρόπο γραφής να γίνεται με κάρβουνο, το οποίο χρωματιζόταν κατόπιν από χρωστικές που προέρχονταν από λαχανικά και άλλες ουσίες της Μητέρας Γης. Τι μητρώα κρατούσαν; Φορολογικά στοιχεία, ιστορικά αρχεία, θρησκευτικές καταγραφές εορτών και θυσιών, ακόμα και ποίηση! Έχουν μάλιστα εντοπιστεί και πρόχειρα βιβλία, οι «κώδικες», που περιλαμβάνουν καταγραφές και μητρώα…

Ταφικά έθιμα

Δεδομένο: Οι Αζτέκοι διέθεταν ιδιαίτερα παράξενες ταφικές συνήθειες
Οι Αζτέκοι δεν κρατούσαν τους προγόνους τους σε ιδιαίτερα μέρη για τον σκοπό αυτό, αλλά τους έθαβαν κάτω ή γύρω από τα σπίτια τους. Όταν μάλιστα ο εκλιπών ήταν σημαίνον πρόσωπο, τον αποτέφρωναν συνήθως, καθώς πίστευαν ότι η αποτέφρωση θα μεταμόρφωνε την ψυχή του νεκρού ηγεμόνα ή περίφημου πολεμιστή και θα τον έστελνε κατευθείαν στη δική τους εκδοχή του παραδείσου. Κάποιες μάλιστα φορές οι Αζτέκοι σκότωναν και έθαβαν (ή αποτέφρωναν) ένα σκυλί ταυτόχρονα με τον νεκρό, για να τον καθοδηγήσει στο ταξίδι του στον άλλο κόσμο…

Πώληση παιδιών

Δεδομένο: Οι Αζτέκοι πουλούσαν συχνά τα παιδιά τους ως δούλους
Δεν ήταν ασυνήθιστο στην κοινωνία των Αζτέκων οι φτωχοί να πουλούν τα παιδιά τους ως σκλάβους, ή κάποιες φορές ακόμα και τον εαυτό τους. Κι αυτό γιατί το σύστημα δουλείας που είχαν αναπτύξει έδινε στον σκλάβο τη δυνατότητα να αποπληρώσει κάποια στιγμή τα οφειλόμενα και να ξανακερδίσει την ελευθερία του.

Αλλά και η ίδια η δουλεία δεν ήταν στην κοινότητα των Αζτέκων και το πιο δυσβάσταχτο δεινό, μιας και οι σκλάβοι μπορούσαν να παντρευτούν, να κάνουν παιδιά, ακόμα και να διαθέτουν τη δική τους γη. Αν λοιπόν τα οικονομικά κάποιου δεν πήγαιναν καλά, η δουλεία ήταν μια πρώτης τάξεως επιλογή…

Πολυγαμία

Δεδομένο: Οι άντρες της αζτεκικής κοινωνίας μπορούσαν να εξασκήσουν το δικαίωμά τους στην πολυγαμία
Όσο κι αν κάθε Αζτέκος μπορούσε να διαθέτει περισσότερες από μία γυναίκες, το πολυγαμικό σύστημα κυβερνιόταν από πολύ αυστηρούς κανόνες. Η πρώτη σύζυγος κάποιου θεωρούταν η «κύρια» γυναίκα του, η οποία ήταν και η μόνη που παντρευόταν μέσα από επίσημη τελετή. Οι άλλες γυναίκες, οι «δευτερεύουσες», αναγνωρίζονταν επίσης στα μητρώα της κοινότητας, με τον άντρα να έχει την υποχρέωση να συμπεριφέρεται σε όλες τις συζύγους του με τον ίδιο βαθμό σεβασμού.

Κι όσο κι αν ο άντρας ήταν η κεφαλή του νοικοκυριού, οι γυναίκες διέθεταν αρκετή θεσμοθετημένη δύναμη μέσα στο σπίτι, με την κοινωνία των Αζτέκων να αναγνωρίζει στη γυναίκα πλήθος δικαιωμάτων και να τη βάζει σε περίοπτη θέση. Οι έξτρα γυναίκες κάποιου συνέβαλλαν στον πλούτο της οικογένειας και θεωρούταν σημάδι κοινωνικής καταξίωσης, ανεβάζοντας τον άντρα στα υψηλά στρώματα της ιεραρχίας.

Επόμενο ήταν ότι ο άντρας μπορούσε να έχει όσες γυναίκες ήταν σε θέση να θρέψει. Οι Αζτέκοι επέτρεπαν μάλιστα ακόμα και το διαζύγιο -σε κάποιες περιπτώσεις-, τιμωρούσαν τη μοιχεία όμως (και για τα δύο φύλα) με θάνατο…

Δουλεία

Δεδομένο: Το σύστημα δουλείας των Αζτέκων θεωρείται ιδιαίτερα προωθημένο
Η δουλεία στην κοινωνία των Αζτέκων ήταν ιδιαίτερη και αναμφίβολα πολύ διαφορετική από τα ευρωπαϊκά πρότυπα της εποχής, ακολουθώντας τελείως άλλους κανόνες. Το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό ήταν ότι τα παιδιά των σκλάβων δεν ήταν σκλάβοι, την ίδια στιγμή που οι δούλοι μπορούσαν να κατέχουν περιουσία, ακόμα και δικούς τους σκλάβους.

Διέθεταν βεβαίως το δικαίωμα στην απελευθέρωση, την οποία μπορούσαν να εξαγοράσουν με το ίδιο ποσό που είχαν λάβει για να πουληθούν ως δούλοι, ενώ κάποιες φορές η ελευθερία τους ήταν τόσο απλή όσο το να καταφέρει ο σκλάβος να φτάσει σε έναν ναό. Αν μάλιστα ο δούλος προσπαθούσε να αποδράσει, μόνο ο κύριός του ή μέλη της στενής του οικογένειας είχαν τη δυνατότητα να τον κυνηγήσουν. Όπως αντιλαμβανόμαστε, η δουλεία ήταν για τους Αζτέκους κάτι τελείως διαφορετικό από τις συνήθεις νόρμες σκλαβιάς που ξέρουμε, ήταν περισσότερο μια μισθωμένη υπηρεσία με κοινωνικές προεκτάσεις παρά μια ανελεύθερη ζωή.

Ο φτωχός Αζτέκος είχε πάντα την επιλογή να πουληθεί ως σκλάβος, να τα καταφέρει στη ζωή και όταν νιώσει οικονομικά έτοιμος να αποπληρώσει το χρέος του και να επιστρέψει στην ελευθερία…

Ανθρωποθυσίες

Δεδομένο: Νέα ιστορικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι οι ανθρωποθυσίες και ο κανιβαλισμός μπορεί να είχαν να κάνουν με πρωτεϊνικές ανεπάρκειες
Την ώρα που η δημοφιλέστερη θεωρία σχετικά με τις ανθρωποθυσίες των Αζτέκων προστάζει ότι ήταν απλά τελετουργικά για τους αιμοσταγείς θεούς τους ή τρόπος να κρατούν τις μάζες υπό έλεγχο, νέες ανθρωπολογικές μελέτες υποδεικνύουν κάτι τελείως διαφορετικό. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 20.000 περίπου τελετουργικές ανθρωποθυσίες τον χρόνο, με την ιεροτελεστία να περιλαμβάνει απαραίτητα και κανιβαλισμό του πτώματος.

Μια ομάδα ανθρωπολόγων λοιπόν, με επικεφαλής τον Michael Harner, υποστηρίζει ότι οι κανιβαλισμοί γίνονταν (μασκαρεμένοι σε θρησκευτική τελετουργία) γιατί η δίαιτα των Αζτέκων ήταν πολύ φτωχή σε κρέας. Αυτή η πρωτεΐνική ανεπάρκεια του λαού καλυπτόταν ενδεχομένως από τον κανιβαλισμό. Η θεωρία ελέγχεται…

Η αυτοκρατορία των Αζτέκων τερματίστηκε απότομα στις 13 Αυγούστου του 1521 όταν ο Ερνάν Κορτές (Hernán Cortés) και οι κονκισταντόρ κατέλαβαν την πρωτεύουσα, σκότωσαν τον βασιλέα Μοκτεζούμα II (Moctezuma) ή Μοντεζούμα και εκχριστιάνισαν δια της βίας τους γηγενείς πληθυσμούς.


Αρχική

Κατηγορίες:Ιστορία
Αρέσει σε %d bloggers: